λόχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λόχος
Where it comes from
λόχος < αρχαία ελληνική λόχος
noun λόχος · λόχοι · λόχου · λόχων · λόχο · λόχους
- μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το τάγμα και μεγαλύτερη από διμοιρία, που διοικείται από λοχαγό και αριθμεί περίπου 100 άνδρες ※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
In English
- company military unit
Talk about this word "λόχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. λόχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82 "λόχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λόχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}