λύκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Λύκος¹

Where it comes from

Λύκος < λύκος

proper noun Λύκος

  1. ελληνική μυθολογία γιος είτε του Ποσειδώνα, είτε του Προμηθέα, είτε άλλο μυθολογικό πρόσωπο
  2. ποταμός της Μικράς Ασίας
  3. όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Lup

λύκος²

  • ˈli.kos

Where it comes from

λύκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύκος Περισσότερα στο αρχαίο λύκος.

:* για τον μηχανισμό σκανδάλης όπλου: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λύκος στη σημασία ρόπτρο, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική chien (σκύλος)

:* για τη δερματική πάθηση: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική loup (λύκος) ή από τη νεολατινική lupus

noun λύκος · λύκοι · λύκου · λύκων · λύκο · λύκους

  1. θηλαστικό ζώο άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
  2. figuratively, μεταφορικά που τρώει πάρα πολύ, ο φαγάς
  3. οπλισμός ο επικρουστήρας ενός όπλου
  4. ιατρική μορφή αυτοάνοσης δερματοπάθειας

In English

  • wolf animal
  • cock hammer of a firearm trigger mechanism
  • lupus autoimmune disease
  • hammer part of a firearm
  • Lupus summer constellation of the southern sky

Talk about this word

Cite this
MLA

"λύκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λύκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"λύκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λύκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}