λύκος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Λύκος¹
Where it comes from
Λύκος < λύκος
proper noun Λύκος
- γιος είτε του Ποσειδώνα, είτε του Προμηθέα, είτε άλλο μυθολογικό πρόσωπο
- ποταμός της Μικράς Ασίας
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Lup
λύκος²
- ˈli.kos
Where it comes from
λύκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύκος Περισσότερα στο αρχαίο λύκος.
:* για τον μηχανισμό σκανδάλης όπλου: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λύκος στη σημασία ρόπτρο, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική chien (σκύλος)
:* για τη δερματική πάθηση: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική loup (λύκος) ή από τη νεολατινική lupus
noun λύκος · λύκοι · λύκου · λύκων · λύκο · λύκους
- άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
- που τρώει πάρα πολύ, ο φαγάς
- ο επικρουστήρας ενός όπλου
- μορφή αυτοάνοσης δερματοπάθειας
In English
Talk about this word "λύκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. λύκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82 "λύκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λύκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}