λύρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Λύρα¹

Where it comes from

Λύρα < λύρα

proper noun Λύρα

  1. όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση. Ένα από τα αστέρια της, ο Βέγας, είναι ένα από τα λαμπερά του ουράνιου θόλου συντομογραφία: Lyr

λύρα²

  • ˈli.ɾa

Where it comes from

λύρα < αρχαία ελληνική λύρα Αργότερα, και για έγχορδο όργανο με δοξάρι.

noun λύρα · λύρες · λύρας · λυρών

  1. μουσικό όργανο αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο, νυκτό (δείτε λύρα) λύρα του Απόλλωνα
  2. μουσικό όργανο έγχορδο παραδοσιακό ελληνικό μουσικό όργανο, συνήθως με τρεις χορδές, αχλαδόσχημο ή φιαλόμορφο, που παίζεται με δοξάρι

In English

  • lyre stringed musical instrument
  • Lyra constellation
  • kamancheh a stringed musical instrument

Talk about this word

Cite this
MLA

"λύρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λύρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"λύρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λύρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}