λύσσα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λύσσα¹
- ˈli.sa
Where it comes from
λύσσα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική λύσσα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leuk- / *lewk-
noun λύσσα · λύσσες · λύσσας · λυσσών
- λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος
- μεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία
- παράφορη οργή
- πάρα πολύ αλμυρό φαγητό
- η μεγάλη πείνα
Λύσσα²
Where it comes from
Λύσσα < γενική ενικού του αρσενικού Λύσσας
proper noun Λύσσα · Lyssa
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λύσσας)
In English
Talk about this word "λύσσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. λύσσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B1 "λύσσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λύσσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}