μάγειρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάγειρας¹

  • ˈma.ʝi.ɾas

Where it comes from

μάγειρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάγειρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μάγειρ(ος) + -ας < αρχαία ελληνική μάσσω

noun μάγειρας · μάγειρες · μάγειρα · μαγείρων

  1. επάγγελμα, μαγειρική ο επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή φαγητού ※ Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. αυτός που μαγειρεύει

Μάγειρας²

Where it comes from

Μάγειρας < από το επάγγελμα μάγειρας

proper noun Μάγειρας · Μαγειραίοι · Μάγειρα · Μαγειραίων · Μαγειραίους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • cook person who prepares food

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάγειρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάγειρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"μάγειρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάγειρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}