μάγκας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάγκας¹
Where it comes from
μάγκας < μάγκα (θηλυκό) < αλβανική mangë (δάρτης λιναριού ή κανναβιού, (μεταφορικά) χαμίνι, αλάνι) < mang (μικρό ζώου, χαμίνι, αλάνι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός, λίγος)
::Υπάρχει και η άποψη: < αλβανική mangë < τουρκική manga < (παλαιά) ιταλική banka / banca (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα) < πρωτογερμανική *bankiz (πάγκος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeg- (κάμπτω, καμπυλώνω)
noun μάγκας · μάγκες · μάγκα · μαγκών
- χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά ※ Πλησίον του ωρολογίου της αγοράς υπάρχει υπόγειός τις ναός Βυζαντινής εποχής, όστις από πολλού υπό των θεοσεβών εγκαταλειφθείς, κατέστη καταφύγιον των μαγκών. (Νικόλαος Β. Βωτυράς, «Η μάγκα του Ωρολογίου, ήτοι τα αποτελέσματα μιας αμαρτίας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τ.Δ΄, Σοκόλης, Αθήνα 1996,
- παλικαράς, νταής
- ο ικανός στον τομέα του
- φιλική προσφώνηση σε πολύ οικείο τόνο
Μάγκας²
Where it comes from
Μάγκας < μάγκας
proper noun Μάγκας · Magkas
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μάγκα)
- ανδρικό όνομα (όνομα σκυλιού που πρωταγωνιστεί στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα)
In English
- yob antisocial person
Talk about this word "μάγκας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μάγκας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%82 "μάγκας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάγκας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}