μάινα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάινα¹

  • ˈmai̯.na

Where it comes from

μάινα < (άμεσο δάνειο) βενετική maina, προστακτική του mainar (μαϊνάρω)

adverb μάινα

  1. ναυτικός όρος, ναυτικό παράγγελμα στο πλοίο ρίχνω, κατεβάζω κάποιο αντικείμενο, όπως πανί, σημαία, ή άγκυρα. Μάινα παιδιά την άγκυρα να πιάσουμε στεριά.

noun μάινα

  1. το μαϊνάρισμα, η διαδικασία του κατεβάσματος ενός αντικειμένου όπως ένα πανί, μία σημαία, ή της άγκυρας στο πλοίο. Μόλις κάνουμε το μάινα των πανιών, ετοιμάστε τους κάβους για να δέσουμε.

Opposite: βίρα

noun μάινα

  1. πτηνό κοινή ονομασία του πουλιού Γκράκουλα (Gracula religiosa), είδος στρουθιόμορφου πουλιού, με μαύρο χρωματισμό που, όπως οι παπαγάλοι, έχει τη δυνατότητα να αρθρώνει λέξεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Μάινα²

Where it comes from

Μάινα < γενική ενικού του αρσενικού Μάινας

proper noun Μάινα · Μάινας · Maina

  1. γυναικείο επώνυμο

Thesaurus

noun

Opposite: βίρα

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάινα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάινα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CE%B1

Chicago

"μάινα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάινα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}