μάλαξη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάλαξη

Where it comes from

μάλαξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μάλαξις < μαλάσσω

noun μάλαξη · μαλάξεις · μάλαξης · μαλάξεων

  1. το μασάζ, η απαλή πίεση σαν ήπιο ζύμωμα στο μυϊκό σύστημα Ο γιατρός μου σύστησε μαλάξεις με ένα καλό φυσιοθεραπευτή
  2. καρδιολογία οι ειδικές πιέσεις που ασκούνται στο θώρακα σε συνδυασμό συνήθως με τεχνητή αναπνοή στην παροχή πρώτων βοηθειών σε επεισόδιο καρδιακής ανακοπής αλλά και οι μαλάξεις καρδιοχειρουργών απ' ευθείας στον καρδιακό μυ, σε ανοιχτό θώρακα Δεν ξέρω να κάνω καρδιακές μαλάξεις -φωνάξτε γιατρό!
  3. η θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στην εντριβή μερών του σώματος για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας του αίματος, τη χαλάρωση των μυών, τη σύσφιξη του δέρματος κ.ά.

Similar: μάλαγμα

Thesaurus

noun

Similar: μάλαγμα

In English

  • massage rubbing, kneading, or hitting muscled part of a body

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάλαξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάλαξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7

Chicago

"μάλαξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάλαξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}