μάνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάνα¹
- ˈma.na
Sounds like μανά
Where it comes from
μάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάννα < μάμμα < αρχαία ελληνική μάμμη. Δείτε και μαμά.
noun μάνα · μάνες · μανάδες · μάνας · — · μανάδων
- η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει ※ Μια φορά, χειμώνα καιρό, γένναγε η Κατσέναινα και ειδοποίησαν τη μάνα μου, τη μαμή, να πάει να βοηθήσει (Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, Λαογραφικά του Αχλαδόκαμπου, 1985, σελ. 131)
- πρωτότυπο (για έγγραφα, κείμενα)
- η ξύλινη βάση του χαρταετού
- παίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια
- η θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια)
- πηγή νερού
Μάνα²
Where it comes from
Μάνα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μάνα · Mana
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
Talk about this word "μάνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μάνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B1 "μάνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}