μάνταλο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάνταλο

Where it comes from

μάνταλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάνταλο < μάνταλος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή μάνδαλος

noun μάνταλο · μάνταλα · μάνταλου · μάνταλων

  1. μακρόστενο κομμάτι από μέταλλο ή ξύλο συνήθως, με ορθογώνια διατομή, το οποίο είναι ελεύθερο να περιστραφεί στο ένα του άκρο γύρω από άξονα ενώ το άλλο του άκρο είναι ελεύθερο να πέσει είτε εντός εγκοπής είτε πάνω σε άλλη προεξοχή η οποία το εμποδίζει να κινηθεί περαιτέρω έτσι ώστε να παραμένει σταθερά στην ίδια θέση. Χρησιμεύει στο να ασφαλίζει ένα αντικείμενο (που κατά τ' άλλα είναι συνήθως περιορισμένο να κινείται εντός σταθερής τροχιάς), όπως π.χ. ένα παραθυρόφυλλο, ένας κινητός φράκτης κλπ., ώστε αυτό είτε να ακινητοποιείται σε μία συγκεκριμένη θέση ή να μην είναι ελεύθερο να κινηθεί ανεξ
  2. μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να ασφαλίζει τις πόρτες ή τα παράθυρα και χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική από τον σύρτη

In English

  • latch fastening for a door

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάνταλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάνταλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF

Chicago

"μάνταλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάνταλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}