μάπα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάπα

  • ˈma.pa

Where it comes from

μάπα <

:* πρόσωπο: < (άμεσο δάνειο) ιταλική mappa διάλεκτος (μαντίλι για το κεφάλι) < λατινική mappa απ' όπου και η ελληνιστική μάππα

:* λάχανο < πιθανόν εξηγείται από τη μεσαιωνική μάππα 'σφαίρα, μπάλα' < ελληνιστική κοινή μάππα (μαντίλι, πανί, πετσέτα) < λατινική mappa

noun μάπα · μάπες · μάπας

  1. το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα Δε μου αρέσει η μάπα του.

    Similar: μούρη, φάτσα

  2. το λάχανο
  3. είδος σφουγγαρίστρας Φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά.

    Similar: μόπα

  4. figuratively, μεταφορικά άχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο 'Αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα!
  5. ναυτικός όρος κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
  6. στα μεσαιωνικά και στα κυπριακά

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μάπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1

Chicago

"μάπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}