μάπα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάπα
- ˈma.pa
Where it comes from
μάπα <
:* πρόσωπο: < (άμεσο δάνειο) ιταλική mappa διάλεκτος (μαντίλι για το κεφάλι) < λατινική mappa απ' όπου και η ελληνιστική μάππα
:* λάχανο < πιθανόν εξηγείται από τη μεσαιωνική μάππα 'σφαίρα, μπάλα' < ελληνιστική κοινή μάππα (μαντίλι, πανί, πετσέτα) < λατινική mappa
noun μάπα · μάπες · μάπας
- το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα Δε μου αρέσει η μάπα του.
- το λάχανο
-
είδος σφουγγαρίστρας
Φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά.
Similar: μόπα
- άχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο 'Αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα!
- κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- στα μεσαιωνικά και στα κυπριακά
Talk about this word "μάπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μάπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1 "μάπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάπα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%80%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}