μάρκετινγκ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάρκετινγκ
Where it comes from
μάρκετινγκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική marketing < market (αγορά)
noun μάρκετινγκ
-
οικονομικός όρος του εμπορίου για την έρευνα αγοράς και τον τρόπο πρώθησης προϊόντων
Similar: αγοραλογία, αγορολογία
- με την εμπορευματοποίηση, μάρκετινγκ είναι πλέον και η προώθηση της εικόνας ατόμων ή και ιδεών μέσα από τους ίδιους μηχανισμούς (διαφήμισης, προβολής, δημοσίων σχέσεων με τα ΜΜΕ, έρευνας της αντίστοιχης "αγοράς") όπου το προϊόν είναι πλέον το άτομο ή η ιδέα και καταναλωτικός στόχος είναι ο πολίτης, π.χ. ως τηλεθεατής (μάρκετινγκ ηθοποιών), ως φιλόμουσος (μάρκετινγκ δισκογραφικών) κ.λπ. Στο πολιτικό μάρκετινγκ το «προϊόν» είναι ο πολιτικός υποψήφιος και καταναλωτής ο ψηφοφόρος.
In English
- marketing the promotion, distribution and selling of a product or service
Talk about this word "μάρκετινγκ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA. Accessed 7 Nov. 2026. μάρκετινγκ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA "μάρκετινγκ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάρκετινγκ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA},
urldate = {2026-11-07}
}