μάρμαρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάρμαρο
- ˈmaɾ.ma.ɾo
Where it comes from
μάρμαρο < ελληνιστική κοινή μάρμαρον < μάρμαρος (θηλυκό) < αρχαία ελληνική μάρμαρος (αρσενικό) < (ίσως) μαρμαίρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mer- (λάμπω, αστράφτω, φέγγω) ή προελληνική
noun μάρμαρο · μάρμαρα · μαρμάρου · μάρμαρου · μαρμάρων
- σκληρό κρυσταλλικό πέτρωμα από ασβεστίτη, ποικίλων χρωμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική, στην κατασκευή μνημείων ή ως διακοσμητικό υλικό στην οικοδομική (επένδυση δαπέδων, τοίχων κλπ.) μάρμαρο Πεντέλης
- προτομή, άγαλμα
- αυτός που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και δύναμη ή διαθέτει γενναιότητα
- ο πολύ παγωμένος
- το μείγμα για σοβάτισμα που περιέχει μαρμαρόσκονη και το τελευταίο στρώμα του σοβά στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το μείγμα
In English
- marble crystalline limestone
Talk about this word "μάρμαρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. μάρμαρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF "μάρμαρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάρμαρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}