μάρμαρο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάρμαρο

  • ˈmaɾ.ma.ɾo

Where it comes from

μάρμαρο < ελληνιστική κοινή μάρμαρον < μάρμαρος (θηλυκό) < αρχαία ελληνική μάρμαρος (αρσενικό) < (ίσως) μαρμαίρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mer- (λάμπω, αστράφτω, φέγγω) ή προελληνική

noun μάρμαρο · μάρμαρα · μαρμάρου · μάρμαρου · μαρμάρων

  1. σκληρό κρυσταλλικό πέτρωμα από ασβεστίτη, ποικίλων χρωμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική, στην κατασκευή μνημείων ή ως διακοσμητικό υλικό στην οικοδομική (επένδυση δαπέδων, τοίχων κλπ.) μάρμαρο Πεντέλης
  2. figuratively, συνεκδοχικά προτομή, άγαλμα
  3. αυτός που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και δύναμη ή διαθέτει γενναιότητα
  4. ο πολύ παγωμένος
  5. το μείγμα για σοβάτισμα που περιέχει μαρμαρόσκονη και το τελευταίο στρώμα του σοβά στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το μείγμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάρμαρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μάρμαρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF

Chicago

"μάρμαρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάρμαρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}