μάρσιπος
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
μάρσιπος
Откуда оно
μάρσιπος < αρχαία ελληνική μάρσιππος
существительное μάρσιπος · μάρσιποι · μάρσιπου · μαρσίπου · μάρσιπων · μαρσίπων
- μικρός θύλακας ο οποίος βρίσκεται στο σώμα μερικών θηλαστικών και τον χρησιμοποιούν για να τοποθετούν τα μικρά τους ώστε να τα μεταφέρουν με ευκολία
- σάκος που κρεμιέται στην πλάτη ή το στήθος και χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για τη μεταφορά των μωρών
По-английски
Обсудить это слово "μάρσιπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μάρσιπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%82 "μάρσιπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {μάρσιπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B9%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}