μάρτυρας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάρτυρας¹
- ˈmaɾ.ti.ɾas
Where it comes from
μάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάρτυς
: (βασανισμένος για τις πεποιθήσεις) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάρτυς
noun μάρτυρας · μάρτυρες · μάρτυρα · μάρτυρος · μαρτύρων
- που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται αυτόπτης μάρτυρας
- που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες
- που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του
- που ζει μέσα σε ταλαιπωρίες
Μάρτυρας²
Where it comes from
Μάρτυρας < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μάρτυρας
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "μάρτυρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μάρτυρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82 "μάρτυρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάρτυρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}