μάσα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάσα¹
Where it comes from
μάσα < μασώ
noun μάσα · μάσες · μάσας · μασών
- το φαγητό, το φαΐ ※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
- το κέρδος από κάποια δουλειά, συνήθως παράνομη
verb μάσα · μάσες · μάσας · μασών
- β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα του ρήματος μασάω
Μάσα²
Where it comes from
Μάσα < ιταλική Massa
proper noun Μάσα
- πόλη της Ιταλίας
proper noun Μάσα · Μάσας · Masa
- γυναικείο επώνυμο
In English
- grub slang: food
Talk about this word "μάσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. μάσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1 "μάσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}