μάσα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μάσα¹

Where it comes from

μάσα < μασώ

noun μάσα · μάσες · μάσας · μασών

  1. vulgar, λαϊκότροπο το φαγητό, το φαΐ ※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
  2. vulgar, λαϊκότροπο το κέρδος από κάποια δουλειά, συνήθως παράνομη

verb μάσα · μάσες · μάσας · μασών

  1. β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεστώτα του ρήματος μασάω

Μάσα²

Where it comes from

Μάσα < ιταλική Massa

proper noun Μάσα

  1. πόλη της Ιταλίας

proper noun Μάσα · Μάσας · Masa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μάσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μάσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1

Chicago

"μάσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μάσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}