μάτι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάτι¹
- ˈma.ti
Where it comes from
μάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάτι(ν) < ὀμμάτιν < αρχαία ελληνική ὀμμάτιον, υποκοριστικό του ὄμμα (μάτι) < *ὄπ-μα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *op- / *okʷ-
noun μάτι · μάτια · ματιού · ματιών
- ο οφθαλμός, το όργανο της όρασης πονάει το μάτι μου
- η ματιά, το βλέμμα με τα μάτια ενός παιδιού
- η προσοχή, η επίβλεψη έχει ένα μάτι σε όλα
- η αντιληπτική και κριτική ικανότητα έχει μάτι
- η βασκανία, το μάτιασμα δεν τον πιάνει μάτι
- η τρύπα στην κορυφή μιας βελόνας πέρνα την κλωστή μέσα απ' το μάτι
- η οπή πάνω σε αντικείμενο, μέσω της οποίας επιτρέπεται οπτική επαφή με την άλλη πλευρά το μάτι της πόρτας
- εξάρτημα ή οπτικό όργανο μηχανήματος που επιτρέπει την όραση μέσα από αυτό, το βιζέρ το μάτι της κάμερας
- το κέντρο μιας δίνης, ενός κυκλώνα Στο μάτι του τυφώνα δε φυσάει καθόλου ο άνεμος.
- η στρογγυλή εστία κουζίνας Βάλε τη χύτρα πάνω στο μεγάλο μάτι.
- ασχημάτιστη φύτρα, βλαστός φυτού Για να κλαδέψεις το φυτό, κόψε τα κλαδάκια πάνω από κάθε μάτι.
Similar: οφθαλμός
Μάτι²
- ˈma.ti
Where it comes from
Μάτι < μάτι
proper noun Μάτι
- οικισμός της Αττικής
Thesaurus
noun
Similar: οφθαλμός
In English
Talk about this word "μάτι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. μάτι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9 "μάτι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάτι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}