μένω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μένω
- ˈme.no
Where it comes from
μένω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μένω
verb μένω · έμενα · μείνω · έμεινα
- κατοικώ Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.
- εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω Πες του να μείνει' εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.
- βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.
- βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν έχω μείνει άναυδος
- απομένω μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός
- αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.
- παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί έμεινα από μπαταρία
In English
Talk about this word "μένω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. μένω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89 "μένω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μένω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}