μένω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μένω

  • ˈme.no

Where it comes from

μένω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μένω

verb μένω · έμενα · μείνω · έμεινα

  1. κατοικώ Τα τελευταία χρόνια μένω στην Αθήνα.
  2. εξακολουθώ να βρίσκομαι στην ίδια θέση, δε μετακινούμαι, παραμένω Πες του να μείνει' εκεί που βρίσκεται και να μας περιμένει.
  3. βρίσκομαι σε μία κατάσταση χωρίς αλλαγή επί ένα χρονικό διάστημα, παραμένω Μετά το διαζύγιό του έμεινε χωρίς σχέση για αρκετά χρόνια.
  4. βρίσκομαι ξαφνικά σε μία κατάσταση διαφορετική από πριν έχω μείνει άναυδος
  5. απομένω μετά τη μάχη ήταν ο μόνος που έμεινε ζωντανός
  6. στο σχολείο αποτυγχάνω σε ένα μάθημα ή δεν προάγομαι συνολικά Είπε ότι έμεινε στα μαθηματικά, αλλά είχε μείνει στην ίδια τάξη.
  7. για όχημα ή τον οδηγό του παθαίνω βλάβη που με ακινητοποιεί έμεινα από μπαταρία

In English

  • stay to remain in a particular place
  • live have permanent residence
  • reside to dwell permanently or for a considerable time

Talk about this word

Cite this
MLA

"μένω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μένω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89

Chicago

"μένω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μένω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}