μέση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μέση¹

  • ˈme.si

Where it comes from

μέση <

: έννοια «μεσαίο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέση, θηλυκό του μέσος

: για το μέρος του σώματος < σημασία από τη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέση

noun μέση · μέσες · μέσης

  1. το μεσαίο τμήμα μιας απόστασης ή ενός χώρου, το κεντρικό τμήμα, που ισαπέχει από τα δύο άκρα
  2. το μεσαίο τμήμα ενός χρονικού διαστήματος
  3. το μέρος εκείνο του κορμού ενός ανθρώπου που βρίσκεται πάνω από τους γλουτούς και κάτω από τα πλευρά
  4. το μέρος του ενδύματος που αντιστοιχεί στο παραπάνω αναφερόμενο τμήμα του κορμού

Μέση²

Where it comes from

Μέση < μέση

proper noun Μέση · Μέσες · Μέσης

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μέση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μέση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7

Chicago

"μέση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μέση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}