μέση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μέση¹
- ˈme.si
Where it comes from
μέση <
: έννοια «μεσαίο μέρος» < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέση, θηλυκό του μέσος
: για το μέρος του σώματος < σημασία από τη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέση
noun μέση · μέσες · μέσης
- το μεσαίο τμήμα μιας απόστασης ή ενός χώρου, το κεντρικό τμήμα, που ισαπέχει από τα δύο άκρα
- το μεσαίο τμήμα ενός χρονικού διαστήματος
- το μέρος εκείνο του κορμού ενός ανθρώπου που βρίσκεται πάνω από τους γλουτούς και κάτω από τα πλευρά
- το μέρος του ενδύματος που αντιστοιχεί στο παραπάνω αναφερόμενο τμήμα του κορμού
Μέση²
Where it comes from
Μέση < μέση
proper noun Μέση · Μέσες · Μέσης
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
- waist part of the body
- middle centre, midpoint
- lower back the lumbar region
- waistband band of fabric encircling the waist
Talk about this word "μέση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. μέση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7 "μέση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μέση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}