μέσο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μέσο

Where it comes from

μέσο < αρχαία ελληνική μέσον, ουδέτερο του επιθέτου μέσος

noun μέσο · μέσα · μέσου · μέσων

  1. κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα Η διάμεσος περνά από το μέσο της γραμμής.
  2. figuratively, μεταφορικά κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα Τον είδα στο μέσο του προαυλίου.
  3. κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει τον σκοπό του Χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να κερδίσει.
  4. μέσο μεταφοράς Ξανά στη μάχη από το πρωί τα εναέρια μέσα στην Ανατολική Αττική
  5. figuratively, μεταφορικά πρόσωπα, γνωριμίες, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του Κατάφερε να μπει στην υπηρεσία βάζοντας μέσο.
  6. οτιδήποτε χρησιμοποιείται για επικοινωνία και πληροφόρηση (πχ. εφημερίδα, τηλεόραση, βιβλίο, διαδίκτυο)

In English

  • means instrument or condition for attaining a purpose
  • vehicle conveyance
  • middle centre, midpoint

Talk about this word

Cite this
MLA

"μέσο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μέσο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF

Chicago

"μέσο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μέσο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}