μέσο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μέσο
Where it comes from
μέσο < αρχαία ελληνική μέσον, ουδέτερο του επιθέτου μέσος
noun μέσο · μέσα · μέσου · μέσων
- κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα Η διάμεσος περνά από το μέσο της γραμμής.
- κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα Τον είδα στο μέσο του προαυλίου.
- κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει τον σκοπό του Χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να κερδίσει.
- μέσο μεταφοράς Ξανά στη μάχη από το πρωί τα εναέρια μέσα στην Ανατολική Αττική
- πρόσωπα, γνωριμίες, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του Κατάφερε να μπει στην υπηρεσία βάζοντας μέσο.
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται για επικοινωνία και πληροφόρηση (πχ. εφημερίδα, τηλεόραση, βιβλίο, διαδίκτυο)
In English
Talk about this word "μέσο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. μέσο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF "μέσο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μέσο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}