μέτρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μέτρο
- ˈme.tɾo
Where it comes from
μέτρο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)
:* για σύγχρονους όρους < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mesure ή mètre ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική measure
noun μέτρο · μέτρα · μέτρου · μέτρων
- η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου συντομογραφία: m
- ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...
- το όργανο της μέτρησης μήκους που χρησιμοποιούν κυρίως οι ξυλουργοί και είναι σπαστό
- κάθε όργανο μέτρησης μήκους που μπορεί να μετρήσει από ένα μέτρο(1) και πάνω
- το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών) ※ Εδώ θέλουμε να παίξουμε αληθινή μουσική. ΟΚ, τζαμάρουμε απλώς πάνω στον τόνο. Απλά πράγματα. Εισαγωγή, ντο, μι, φα, σολ, ρεφρέν σε δύο χρόνους, και μετά ρε μινόρε, φα, ντο για δύο μέτρα, επανάληψη ρεφρέν με μια συγχορδία σολ για να μπούμε στη στροφή. (Σόφι Κινσέλλα, Αναζητώντας την Όντρεϋ: Finding
- η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών. Ο παρονομαστής μας δίνει τη βασική μονάδα του μέτρου (τέταρτα ή όγδοα) και ο αριθμητής τον αριθμό των τετάρτων ή ογδόων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8
- στην ποίηση, ο συνδυασμός τονισμένων - άτονων συλλαβών (για γλώσσες με δυναμικό τονισμό ή μακρόχρονων - βραχύχρονων (για γλώσσες με μελωδικό τονισμό) σε έναν σταθερά επαναλαμβανόμενο ρυθμό τα κύρια ποιητικά μέτρα είναι ο τροχαίος, ο ίαμβος (δισύλλαβα) και τρισύλλαβα, ο ανάπαιστος, ο δάκτυλος και ο αμφίβραχυς ή μεσότονος
- ενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία
- η μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής ≈ συνώνυμα: μετριασμός
- κατά τη διάσταση ή έκταση Ήταν δύσκολη κατάσταση. Ανταποκρίθηκα κατά το μέτρο του δυνατού
In English
- standard something used as a measure
- meter measuring instrument
- metre unit of length
- measure size ascertained by measuring
- moderation state or quality of being moderate; avoidance of extremes
Talk about this word "μέτρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. μέτρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF "μέτρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μέτρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}