μίζα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μίζα¹

  • ˈmi.za

Where it comes from

μίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική mise + -α < μετοχή mis (τοποθετημένος) του mettre

noun μίζα · μίζες · μίζας · μιζών

  1. διαφθορά η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία ※ Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)
  2. τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά

noun μίζα · μίζες · μίζας · μιζών

  1. τεχνολογία, στο αυτοκίνητο ο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία

Μίζα²

Where it comes from

Μίζα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μίζα · Miza

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • starter electric motor that starts an internal-combustion engine

Talk about this word

Cite this
MLA

"μίζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μίζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CE%B1

Chicago

"μίζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μίζα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}