μίσθαρνος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μίσθαρνος

  • ˈmis.θaɾ.nos
  • ˈmis.θaɾ.ni
  • ˈmis.θaɾ.no

Where it comes from

μίσθαρνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μίσθαρνος (μισθωτός εργάτης) (εκ συναρπαγής από τη φράση μισθόν ἄρνυσθαι) < αρχαία ελληνική μισθαρνέω. Δεν σχετίζεται ετυμολογικά με το ἀρνέομαι/ἀρνοῦμαι.

adjective μίσθαρνος · μίσθαρνη · μίσθαρνο · μίσθαρνου · μίσθαρνης

  1. disapproving, formal, λόγιο, κακόσημο που εκτελεί ένα έργο αποβλέποντας μόνο στις υλικές ωφέλειες που θα αποκομίσει και χωρίς να ενδιαφέρεται για την ηθική του αξία ή το συλλογικό καλό ※ Ἔτι δὲ καὶ ἄλλως τὴν κυβέρνησιν βλάπτει ἡ μίσθαρνος δημοσιογραφία (Νικόλαος Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία του συνταγματικού δικαίου, τόμος 4, 1875, σελ. 343)

Talk about this word

Cite this
MLA

"μίσθαρνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

μίσθαρνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"μίσθαρνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μίσθαρνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}