μίσχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μίσχος¹
Where it comes from
μίσχος < (ελληνιστική κοινή)
noun μίσχος · μίσχοι · μίσχου · μίσχων · μίσχο · μίσχους
- μικρό και λεπτό κυλινδρικό στέλεχος που ενώνει το φύλλο, το άνθος ή τον καρπό με τον βλαστό ενός φυτού ※ Οι κεραίες (Είκ. 6) είναι μακριές, νηματοειδείς και πολύαρθρες. Αποτελούνται από 12+2 άρθρα. Το πρώτο στην βάση είναι ο σκήπος ή σκάπος (scapus), ο οποίος είναι τραπεζοειδής, έπειτα ακολουθεί ο μίσχος ή ποδίσκος (pedicel), ο οποίος είναι μικρός και υποσφαιρικός και μετά ακολουθεί το μαστίγιο (flag
Similar: κοτσάνι
Μίσχος²
Where it comes from
Μίσχος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μίσχος · Μίσχου · Mischos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: κοτσάνι
In English
Talk about this word "μίσχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. μίσχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82 "μίσχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μίσχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AF%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}