μαγειρεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαγειρεύω

Where it comes from

μαγειρεύω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μάγειρος

verb μαγειρεύω · μαγείρευα · θα μαγειρεύω · να μαγειρεύω · μαγειρεύοντας

  1. παρασκευάζω φαγητό συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας ※ Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
  2. figuratively, μεταφορικά ετοιμάζω κάτι, συνήθως ύποπτο, κρυφά από άλλους ※ Καλό είναι να τα μάθει από σένα πρώτα. Έπειτα είναι ανάγκη να τον απομακρύνομε από δω τώρα, αν μαγειρεύεται καμιά προδοσία. (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911)
  3. figuratively, μεταφορικά παραποιώ αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω ή να έρθουν πιο κοντά στο επιθυμητό αποτέλεσμα μου φαίνεται ότι εδώ ο ερευνητής έχει μαγειρέψει λίγο τα αποτελέσματα της έρευνάς του.

In English

  • cook to prepare food for eating
  • rig to manipulate something dishonestly

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαγειρεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαγειρεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"μαγειρεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαγειρεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}