מיקווין

μαγειρική

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

μαγειρική

  • ma.ʝi.ɾiˈci

מאיפה זה בא

μαγειρική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαγειρικός

שם עצם μαγειρική · μαγειρικές · μαγειρικής · μαγειρικών

  1. μαγειρική η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά σπουδάζει σε σχολή μαγειρικής
  2. μαγειρική σχολή και τεχνικές μαγειρέματος αγαπώ την ιταλική μαγειρική, αλλά για επίσημα γεύματα προτιμώ τη γαλλική κουζίνα

    דומה: κουζίνα

שם תואר μαγειρική · μαγειρικές · μαγειρικής · μαγειρικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαγειρικός

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"μαγειρική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαγειρική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"μαγειρική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαγειρική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}