μαγκούφης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαγκούφης¹

Where it comes from

μαγκούφης < μαγκαφάς < τουρκική mankafa ("χοντροκέφαλος")

adjective μαγκούφης · μαγκούφα · μαγκούφισσα · μαγκούφικο

  1. άτομο που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια, άγαμος, ολομόναχος, έρημος θα μείνεις μαγκούφης σ' όλη σου τη ζωή!
  2. figuratively, μεταφορικά ο άθλιος, ο δυστυχής
  3. figuratively, μεταφορικά για άτομα ιδιότροπα που λόγω του χαρακτήρα τους οι άλλοι τους αποστρέφονται ※ Προχτὲς ἐμάθαμε ἀπὸ τὸ ἀστυνομικὸ δελτίο, πῶς μιὰ δοῦλα ἕπεσε στὸ πηγάδι νὰ πνιγῃ καὶ ὅτι δὲν ἤτανε τόσο ὤμορφη. Καὶ ποιὸς τὸν ρώτησε τὸν μαγκούφη τί μοῦτρα εἶχε τὸ κορίτσι;

Μαγκούφης²

Where it comes from

Μαγκούφης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Μαγκούφης · Μαγκούφη · Magkoufis

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαγκούφης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαγκούφης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82

Chicago

"μαγκούφης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαγκούφης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%86%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}