μαγνήτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαγνήτης¹
Where it comes from
μαγνήτης < (αρσενικό) (ελληνιστική κοινή) (λίθος) < (θηλυκό) αρχαία ελληνική Μαγνῆτις (λίθος) < Μάγνης
noun μαγνήτης · μαγνήτες · μαγνήτη · μαγνητών
- σώμα το οποίο έχει μαγνητικές ιδιότητες. Διακρίνεται σε μόνιμο και προσωρινό. ※ Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)
Μαγνήτης²
Where it comes from
Μαγνήτης < αρχαία ελληνική Μάγνης
noun Μαγνήτης
- άνθρωπος που ανήκει στη φυλή των Μαγνήτων, ενός αρχαίου φύλου της Ιωνίας
In English
- magnet piece of material that attracts some metals by magnetism
Talk about this word "μαγνήτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαγνήτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82 "μαγνήτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαγνήτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}