μαγνητίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαγνητίζω

Where it comes from

μαγνητίζω < μαγνήτης

verb μαγνητίζω · μαγνητίζομαι · μαγνήτιζα · θα μαγνητίζω · να μαγνητίζω

  1. φυσική δίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο Το έτριψα με μαλλί και το μαγνήτισα
  2. μεταφυσική κάνω κάποιον να με υπακούει με ύπνωση ή γενικά τον υποβάλλω και ενεργεί ως όργανό μου, σαν να μην έχει βούληση (με την τεχνική του μεσμερισμού, με χρήση του λεγόμενου ζωϊκού μαγνητισμού) Τον μαγνήτισε και ενεργούσε σαν ρομπότ
  3. figuratively, μεταφορικά έλκω ερωτικά και κάνω τον άλλο άβουλο όργανό μου (απο τον ζωϊκό μαγνητισμό και όχι το φυσικό) Με μαγνήτισαν τα μάτια της και τα έχασα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν
  4. επηρεάζω τους άλλους με την έντονη προσωπικότητά μου που τους καθηλώνει Είναι λαοπλάνος και όταν ανεβαίνει στην εξέδρα των συγκεντρώσεων μαγνητίζει τα πλήθη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαγνητίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαγνητίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"μαγνητίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαγνητίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}