μαγνητίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαγνητίζω
Where it comes from
μαγνητίζω < μαγνήτης
verb μαγνητίζω · μαγνητίζομαι · μαγνήτιζα · θα μαγνητίζω · να μαγνητίζω
- δίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο Το έτριψα με μαλλί και το μαγνήτισα
- κάνω κάποιον να με υπακούει με ύπνωση ή γενικά τον υποβάλλω και ενεργεί ως όργανό μου, σαν να μην έχει βούληση (με την τεχνική του μεσμερισμού, με χρήση του λεγόμενου ζωϊκού μαγνητισμού) Τον μαγνήτισε και ενεργούσε σαν ρομπότ
- έλκω ερωτικά και κάνω τον άλλο άβουλο όργανό μου (απο τον ζωϊκό μαγνητισμό και όχι το φυσικό) Με μαγνήτισαν τα μάτια της και τα έχασα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν
- επηρεάζω τους άλλους με την έντονη προσωπικότητά μου που τους καθηλώνει Είναι λαοπλάνος και όταν ανεβαίνει στην εξέδρα των συγκεντρώσεων μαγνητίζει τα πλήθη
In English
- magnetize to make magnetic
Talk about this word "μαγνητίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μαγνητίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89 "μαγνητίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαγνητίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}