μαγνητικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαγνητικός
- ma.ɣni.tiˈkos
Where it comes from
μαγνητικός < μαγνήτ(ης) + -ικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική magnétique < αρχαία ελληνική μαγνήτης
adjective μαγνητικός · μαγνητική · μαγνητικό · μαγνητικού · μαγνητικής
- που αναφέρεται στους μαγνήτες και τον μαγνητισμό οι μαγνητικές ιδιότητες του σιδήρου
- που λειτουργεί χρησιμοποιώντας μαγνήτες μαγνητικός τομογράφος
- που προσελκύει, τραβάει γοητεύοντας η μουσική αυτή σύνθεση ασκεί μαγνητική επιρροή στον ακροατή
In English
- magnetic of, relating to, caused by, or operating by magnetism
Talk about this word "μαγνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαγνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μαγνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαγνητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}