μαδάρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαδάρα¹

Where it comes from

μαδάρα < αρχαία ελληνική μαδαρός (γυμνός)

noun μαδάρα · μαδάρες · μαδάρας

  1. αποψιλωμένη έκταση, γυμνή, άδενδρη, ακατάλληλη για γεωργική εκμετάλλευση
  2. Τα θερινά βοσκοτόπια των κρητικών βουνών (ιδιαίτερα των Λευκών Ορέων) που βρίσκονται σε υψόμετρο από 1.400 έως 2.000 μέτρα. μαδάρα δέκα οκάδων (εκείνος που νοίκιαζε τη μαδάρα για βοσκοτόπι έπρεπε να δίνει για ενοίκιο 10 οκάδες τυρί το χρόνο)
  3. η ερήμωση, η καταστροφή Τα κάνανε μαδάρα (παρωχημένο ως μαδάρα, επιβιώνει ως μαντάρα)

Μαδάρα²

Where it comes from

Μαδάρα < μαδάρα < αρχαία ελληνική μαδαρός (φαλακρός)

proper noun Μαδάρα · Μαδάρες · Μαδάρας · Μαδάρων

  1. κορυφή βουνού στα νότια της οροσειράς του Πάρνωνα ※ οι κλέφτες εροβόλαγαν, ψηλά απ' τη Μαδάρα (κλέφτικο τραγούδι)

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαδάρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαδάρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%81%CE%B1

Chicago

"μαδάρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαδάρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}