μαζικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαζικός

  • ma.ziˈkos

Where it comes from

μαζικός < μάζ(α) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en masse

adjective μαζικός · μαζική · μαζικό · μαζικού · μαζικής

  1. που είναι ή γίνεται σε τεράστια ποσότητα ※ Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/202
  2. που αναφέρεται ή που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ατόμων
  3. φυσική που σχετίζεται με την μάζα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαζικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαζικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μαζικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαζικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}