μαθαίνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαθαίνω
- maˈθe.no
Where it comes from
μαθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθαίνω < αρχαία ελληνική ἔμαθον, αόριστος β΄ του μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (< μιμνήσκω) + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (< τίθημι). Για τον ίδιο μεταπλασμό σε -αίνω από αόριστο θέμα παραβάλετε παθαίνω, πεθαίνω, πηγαίνω κτλ.
verb μαθαίνω · μάθαινα · μάθω · έμαθα · μαθαίνομαι · μαθημένος
- αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο Έμαθα να οδηγώ.
- πληροφορούμαι μια είδηση Μόλις έμαθα ότι πέρασες στον διαγωνισμό.
- διδάσκω Προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα.
- διδάσκομαι Έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο.
- συνηθίζω να κάνω κάτι Έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους.
- απειλητική προειδοποίηση για τιμωρία Θα σε μάθω εγώ να λές ψέματα· για τιμωρία, δεν θα πας εκδρομή.
- για τους παθητικούς τύπους, δείτε μαθαίνομαι και τις σημειώσεις στο λήμμα μαθεύομαι
Opposite: ξεμαθαίνω
Thesaurus
verb
Opposite: ξεμαθαίνω
In English
- learn to acquire knowledge or ability
Talk about this word "μαθαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026. μαθαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89 "μαθαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαθαίνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-08}
}