μαθαίνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαθαίνω

  • maˈθe.no

Where it comes from

μαθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθαίνω < αρχαία ελληνική ἔμαθον, αόριστος β΄ του μανθάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mn̥(s)-dʰh₁- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *men- (< μιμνήσκω) + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (< τίθημι). Για τον ίδιο μεταπλασμό σε -αίνω από αόριστο θέμα παραβάλετε παθαίνω, πεθαίνω, πηγαίνω κτλ.

verb μαθαίνω · μάθαινα · μάθω · έμαθα · μαθαίνομαι · μαθημένος

  1. αποκτώ γνώσεις πάνω σε ένα αντικείμενο Έμαθα να οδηγώ.
  2. πληροφορούμαι μια είδηση Μόλις έμαθα ότι πέρασες στον διαγωνισμό.
  3. διδάσκω Προσπαθεί να του μάθει να διαβάζει, αλλά είναι πολύ μικρός ακόμα.
  4. διδάσκομαι Έμαθα τα γαλλικά στο σχολείο.
  5. συνηθίζω να κάνω κάτι Έμαθε να τα περιμένει όλα από τους άλλους.
  6. απειλητική προειδοποίηση για τιμωρία Θα σε μάθω εγώ να λές ψέματα· για τιμωρία, δεν θα πας εκδρομή.
  7. για τους παθητικούς τύπους, δείτε μαθαίνομαι και τις σημειώσεις στο λήμμα μαθεύομαι

Opposite: ξεμαθαίνω

Thesaurus

verb

Opposite: ξεμαθαίνω

In English

  • learn to acquire knowledge or ability

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαθαίνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

μαθαίνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89

Chicago

"μαθαίνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαθαίνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-08}
}