μαθημένος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαθημένος
Where it comes from
μαθημένος < Από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος μαθαίνω.
verb μαθημένος · μαθημένη · μαθημένο · μαθημένου · μαθημένης
- αυτός που έχει εξοικειωθεί με κάτι, έχει συνηθίσει μαθημένα τα βουνά στα χιόνια
- αυτός που έχει αποκτήσει εμπειρίες σχετικά με κάτι ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας
Talk about this word "μαθημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαθημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "μαθημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαθημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}