μαθηματικά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαθηματικά

  • ma.θi.ma.tiˈka

Where it comes from

μαθηματικά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαθηματικά,ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μαθηματικόςστον πληθυντικό

noun μαθηματικά · μαθηματικών

  1. επιστήμη η επιστήμη των αριθμών, των μεγεθών και των σχέσεών τους
  2. εκπαίδευση το αντίστοιχο σχολικό μάθημα

adverb μαθηματικά · μαθηματικών

  1. από μαθηματική άποψη
  2. απόλυτα· με τη βεβαιότητα που προσφέρει η επιστήμη των μαθηματικών μαθηματικά βέβαιο

adjective μαθηματικά · μαθηματικών

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (μαθηματικό) του μαθηματικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαθηματικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαθηματικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"μαθηματικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαθηματικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}