μαιευτική
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαιευτική
Where it comes from
μαιευτική < θηλυκό του επιθέτου μαιευτικός (η μαιευτική τέχνη)
noun μαιευτική · μαιευτικής
- ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με την παρακολούθηση και παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε εγκυμονούσες γυναίκες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του τοκετού
- η διαλεκτική μέθοδος που εξασκούσε ο Σωκράτης, ο οποίος με τις κατάλληλες ερωτήσεις οδηγούσε τον συνομιλητή του στην ανακάλυψη της αλήθειας
Similar: μαιεία
adjective μαιευτική · μαιευτικής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μαιευτικός
Thesaurus
noun
Similar: μαιεία
In English
- Socratic method Translations
Talk about this word "μαιευτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. μαιευτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "μαιευτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαιευτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}