μακιαβελισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μακιαβελισμός

  • ma.ca.ve.liˈzmos

Where it comes from

μακιαβελισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική machiavélisme

noun μακιαβελισμός · μακιαβελισμοί · μακιαβελισμού · μακιαβελισμών · μακιαβελισμό · μακιαβελισμούς

  1. πολιτική η πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ηγεμόνας άλλοτε μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό η μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του
  2. broadly, κατ’ επέκταση η αμοραλιστική στάση και πρακτική σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφία και δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μακιαβελισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μακιαβελισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"μακιαβελισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μακιαβελισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}