μακρινός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μακρινός¹
Where it comes from
μακρινός < μεσαιωνική ελληνική < μακριά
adjective μακρινός · μακρινή · μακρινό · μακρινού · μακρινής
- που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση μακρινές χώρες
- που συμβαίνει σε ή προέρχεται από έναν τόπο που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση ακούγονταν κάτι μακρινές φωνές
- που συμβαίνει ή αναφέρεται σε μια εποχή που απέχει χρονικά πολύ από το παρόν (είτε στο παρελθόν ή στο μέλλον) οι επιστήμονες δεν έχουν αποφανθεί ακόμη αν τα απολιθώματα αυτά ανήκουν σε κάποιον μακρινό μας πρόγονο ή σε άλλο είδος
Opposite: κοντινός
Μακρινός²
Where it comes from
Μακρινός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μακρινός · Μακρινοί · Μακρινού · Μακρινών · Μακρινό · Μακρινούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Opposite: κοντινός
In English
- distant far off
Talk about this word "μακρινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μακρινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82 "μακρινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μακρινός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}