μακρόχρονος
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
μακρόχρονος
מאיפה זה בא
μακρόχρονος < → λείπει η ετυμολογία
שם תואר μακρόχρονος · μακρόχρονη · μακρόχρονο · μακρόχρονου · μακρόχρονης
- που διαρκεί για πολύ χρόνο ※ Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
- για φωνήεν ή συλλαβή με μακρά διάρκεια η μακρόχρονη παραλήγουσα στη λέξη «μῆλον» περισπάται
לדבר על המילה הזו "μακρόχρονος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μακρόχρονος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82 "μακρόχρονος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {μακρόχρονος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}