μαλλιαρός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαλλιαρός¹

Where it comes from

μαλλιαρός < μεσαιωνική ελληνική μαλλιαρός < μαλλίν < αρχαία ελληνική μαλλός

adjective μαλλιαρός · μαλλιαρή · μαλλιαρό · μαλλιαρού · μαλλιαρής

  1. που έχει πολλά μαλλιά, πολύ τρίχωμα ※ Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψ
  2. figuratively, μεταφορικά που έχει σχέση με τον μαλλιαρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν

Μαλλιαρός²

Where it comes from

Μαλλιαρός < μαλλιαρός

proper noun Μαλλιαρός · Μαλλιαροί · Μαλλιαρού · Μαλλιαρών · Μαλλιαρό · Μαλλιαρούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαλλιαρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαλλιαρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"μαλλιαρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαλλιαρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}