μανίτσα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μανίτσα¹

Where it comes from

μανίτσα < μάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

noun μανίτσα · μανίτσες · μανίτσας

  1. τρυφερή έκφραση για τη μητέρα Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!
  2. προσφώνηση προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
  3. γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα

Μανίτσα²

Where it comes from

Μανίτσα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Μανίτσας

proper noun Μανίτσα · Manitsa

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μανίτσας)

Talk about this word

Cite this
MLA

"μανίτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μανίτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1

Chicago

"μανίτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μανίτσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}