μανίτσα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μανίτσα¹
Where it comes from
μανίτσα < μάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
noun μανίτσα · μανίτσες · μανίτσας
- τρυφερή έκφραση για τη μητέρα Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!
- προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
- γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα
Μανίτσα²
Where it comes from
Μανίτσα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Μανίτσας
proper noun Μανίτσα · Manitsa
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μανίτσας)
Talk about this word "μανίτσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. μανίτσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1 "μανίτσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μανίτσα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}