μανδύας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μανδύας

Where it comes from

μανδύας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μανδύας (αρσενικό) ή ελληνιστική κοινή μανδύα (θηλυκό)

noun μανδύας · μανδύες · μανδύα · μανδυών

  1. ιστορία, ενδυμασία το αρχαίο ένδυμα από χοντρό ύφασμα χωρίς μανίκια, που καλύπτει την πλάτη και μπορεί να τυλίξει όλο τον κορμό, ενώ συγκρατείται μπροστά με μία πόρπη
  2. το αρχιερατικό άμφιο στην ορθόδοξη εκκλησία
  3. γεωλογία το στρώμα μεταξύ του εξωτερικού πυρήνα της Γης και του φλοιού
  4. το πρόσθετο προστατευτικό δομικό στρώμα σε κατασκευές Ενισχύσεις τοίχων με μανδύα σκυροδέματος
  5. η πλαστική επιφάνεια γύρω από καλώδιο μανδύας καλωδίου
  6. figuratively, μεταφορικά αυτό που αποκρύπτει μια αρνητική κατάσταση οικολογική καταστροφή με μαδύα νομιμότητας

In English

  • cloak blanket-like covering, often metaphorical
  • mantle clothing like an open robe or cloak
  • paletot A loose outer jacket, overcoat

Talk about this word

Cite this
MLA

"μανδύας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μανδύας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%B1%CF%82

Chicago

"μανδύας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μανδύας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}