μανιχαϊσμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μανιχαϊσμός

Where it comes from

μανιχαϊσμός < ελληνιστική κοινή Μανιχαϊσμός < Μανιχαῖος / Μάνης

noun μανιχαϊσμός · μανιχαϊσμοί · μανιχαϊσμού · μανιχαϊσμών · μανιχαϊσμό · μανιχαϊσμούς

  1. θρησκεία θρησκεία που ιδρύθηκε τον 3ο αι. μ.X. και βασίζεται στη ζωροαστρική ιδέα της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ καλού και κακού μέσα από τα δύο ανταγωνιστικά στοιχεία, του φωτός και του σκότους. Στηρίχτηκε στο χριστιανισμό, στον βουδισμό και σε ορισμένες άλλες θρησκείες ανατολικών λαών.
  2. κάθε δυϊστική θεωρία ή άποψη που δέχεται ότι δεν υπάρχει παρά μόνο το καλό ή το κακό.
  3. η διαρκής σύγκρουση αντιπάλων πλευρών ηθικός μανιχαϊσμός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μανιχαϊσμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μανιχαϊσμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"μανιχαϊσμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μανιχαϊσμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}