ميكوين

μαντάμ

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

μαντάμ

من أين أتت

μαντάμ < από το γαλλικό madame

اسم μαντάμ

  1. κυρία, είτε κυριολεκτικά είτε ειρωνικά (συνήθως λαϊκότροπο τον 21ο αιώνα) Είπε τίποτα η μαντάμ;
  2. dated, προσφώνηση, παρωχημένο λόγιος και μιμητικός τρόπος προσφώνησης των παντρεμένων γυναικών της αθηναϊκής κοινωνίας σε αντιδιαστολή προς το εξίσου παρωχημένο ματμαζέλ και μαντεμουαζέλ για τις δεσποινίδες ή το μεσιέ για τους κυρίους (μαντάμ ε μεσιέ: κυρίες και κύριοι ή μαντάμ ε ματμαζέλ: κυρίες και δεσπονίδες)
  3. dated, παρωχημένο διευθύντρια οίκου ανοχής

بالإنجليزية

  • madam woman who manages a brothel

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"μαντάμ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαντάμ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC

Chicago

"μαντάμ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαντάμ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC},
  urldate = {2026-11-07}
}