μαντίλι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαντίλι
- manˈdi.li
Where it comes from
μαντίλι < ελληνιστική κοινή μαντίλιον (και ἡ μαντήλη, τὸ μαντήλιον, τὸ μανδήλιον) < λατινική mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *man-
noun μαντίλι · μαντίλια · μαντιλιού · μαντιλιών
- κομμάτι από λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει το κεφάλι ή φοριέται στο λαιμό
- κομμάτι από ύφασμα με το οποίο κάποιος σκουπίζει το πρόσωπό του (τα μάτια ή τα χείλη) ή φυσά τη μύτη του ※ τα δάκρυά μου είναι καυτά, μου κάψαν το μαντίλι (από τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα)
Talk about this word "μαντίλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μαντίλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9 "μαντίλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαντίλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}