μαντεύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαντεύω
- ma(n)ˈde.vo
Where it comes from
μαντεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαντεύω < αρχαία ελληνική μαντεύομαι.
verb μαντεύω · μάντευα · μαντέψω · μάντεψα · μαντεμένος
- προλέγω τα γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον, προφητεύω ※ Καὶ βγῆκε ὄξω, κ' ἔκαμε τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ, κ' ἐσταμάτησε στὸν κῆπο του γιὰ νὰ ἰδεῖ στὴν Ἀνατολὴ ἄν ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, καὶ πασκίζοντας ἀπὸ ἄλλους ἀστερισμοὺς νὰ μαντέψει τὴ θέση τῆς Πούλιας, γιατὶ τὰ γέρικα μάτια του δὲν ἔβλεπαν πλιὰ τὰ μικρὰ της ἀστέρια. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάν
- βρίσκω την απάντηση σε ένα ερώτημα με τη διαίσθηση περισσότερο ή βασιζόμενος στην τύχη
In English
Talk about this word "μαντεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. μαντεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%89 "μαντεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαντεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}