Μαρία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Μαρία

  • maˈɾi.a

Where it comes from

Μαρία < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Μαρία < Μαριάμ (μετάφραση των Εβδομήκοντα για την εβραϊκή מרים (Miryām) με πιθανή σημασία: πικρή, ανυπότακτη) < αραμαϊκή מרים (Maryām), συγγενική με το αρχαία εβραϊκή מרים (Miryām)

: Κατ' άλλη άποψη < αρχαία αιγυπτιακή mrh- (=δυνατός, γόνιμος, εύφορος)

proper noun Μαρία · Μαρίες · Μαρίας

  1. γυναικείο όνομα ※ Από το ληστρικό πάνθεον δεν έλειψαν οι γυναίκες -η Μαρία Πενταγιώτισσσα φέρ' ειπείν ήταν και λησταρχίνα, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση. (@enet.gr εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2/12/2013)
  2. η μητέρα του Χριστού, η Παναγία
  3. όνομα αγίων γυναικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας η Μαρία η Μαγδαληνή
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Μαρίας)

In English

  • Mary female given name
  • Miriam sister of Moses and Aaron

Talk about this word

Cite this
MLA

"Μαρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

Μαρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1

Chicago

"Μαρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Μαρία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}