μαρασμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαρασμός
Where it comes from
μαρασμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαρασμός
noun μαρασμός · μαρασμοί · μαρασμού · μαρασμών · μαρασμό · μαρασμούς
- το μαράζωμα, η μάρανση, το μάραμα, η παρακμή, η φθορά, η απώλεια της ζωτικότητας, της δημιουργικότητας ο μαρασμός μιας πόλης, της λογοτεχνίας, της κοινωνίας, της αγοράς ακινήτων, του εμπορίου, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
Talk about this word "μαρασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαρασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "μαρασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαρασμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}