μαρκούτσι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαρκούτσι¹
Where it comes from
μαρκούτσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική markuç (τοπική διάλεκτος) < marpuç < περσική مارپيچ (mārpīc)
noun μαρκούτσι · μαρκούτσια · μαρκουτσιού · μαρκουτσιών
- ο σωλήνας του ναργιλέ με το επιστόμιο ※ Ταμάμ! έγνεψε μέ τό χέρι του ο γιούζμπασης, Ύστερα είπε, δίχως νά βγάλει τό μαρκούτσι από τό στόμα του – Έχεις καιρό νά πάς στήν πατρίδα, παπά εφέντη; – Δέν ξαναπήγα από τότε πού 'φυγα γιά νά σπουδάσω. (Στου Χατζηφράγκου, Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Πελεκάνος, 2015 https://books.google.gr/books?id=niMpBg
- γενικά ο στενός, εύκαμπτος σωλήνας ※ Το μαρκούτσι των φρένων είναι το εύκαμπτο τμήμα των φρένων που μεταφέρει την υδραυλική πίεση από τη γραμμή των φρένων στα κυλινδράκια των ταμπούρων και τις δαγκάνες των δισκόφρενων αντίστοιχα. (Το έργο του μαρκουτσιού των φρένων, topantallaktika.gr)
- κάτι που έχει μακρόστενο σχήμα, συνήθως παρόμοιο με επιστόμιο, και δεν γνωρίζουμε το όνομά του ή το θεωρούμε άχρηστο αντικείμενο βγάλε αυτό το μαρκούτσι από το στόμα σου (στιλό, μολύβι, τσιγάρο κ.λπ.), για να καταλαβαίνω τι μου λες!
Μαρκούτσι²
Where it comes from
Μαρκούτσι < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Μαρκούτσι · Markoutsi
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Talk about this word "μαρκούτσι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. μαρκούτσι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9 "μαρκούτσι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαρκούτσι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%84%CF%83%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}