Μαρωνίτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Μαρωνίτης
Where it comes from
Μαρωνίτης < κλασική συριακή ܡܖ̈ܘܢܝܐ (Marunoye), ή/και την αραβική مَارُونِيّ (mārūniyy). Μορφολογικά αναλύεται σε Μάρων / Μάρων(ας) + -ίτης.
• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Μαρωνίτης · Μαρωνίτες · Μαρωνίτη · Μαρωνιτών
- χριστιανική εθνο-θρησκευτική ομάδα, κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου και του σημερινού Λιβάνου, που ανήκουν στην Μαρωνιτική Εκκλησία· οι πρώτοι Μαρωνίτες ήταν εξελληνισμένος σημιτικός λαός της βυζαντινής Συρίας, που ομιλούσε ελληνικά και συριακά.
proper noun Μαρωνίτης · Μαρωνίτες · Μαρωνίτη · Μαρωνιτών
- ανδρικό επώνυμο
In English
- Maronite member of the Maronite Church
Talk about this word "Μαρωνίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Μαρωνίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82 "Μαρωνίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Μαρωνίτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}